Εικόνες της κρητικής τέχνης
€72.00 €50.00
Α΄ έκδοση 1993
Συνέκδοση με τις «Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης»
Εισαγωγή Μανόλη Χατζηδάκη. Επιστημονική επιμέλεια Μανόλη Μπορμπουδάκη
Σχετικά προϊόντα
- Ιστορία
Ρεμπιά Γκιουλνούς,η Ρεθυμνία Χριστιανή Σουλτάνα
Νικόλαος Σταυρινίδης€10.00€9.00Η Ευγενία Βεργίτση δεν πουλήθηκε στο σουλτανικό χαρέμι. Γόνος ευγενούς ρεθεμνιώτικης οικογένειας, ήταν ανάμεσα στα δέκα κορίτσια που στάλθηκαν από τον πορθητή του Ρεθύμνου Γαζή Χουσεΐν Πασά στο Σουλτάνο σαν δώρο από την αλωθείσα πόλη.
Και η τύχη της χαμογέλασε. Έγινε σουλτάνα καθώς και βαλιδέ σουλτάνα, δηλαδή βασιλομήτωρ σουλτάνα όταν στο θρόνο βρέθηκαν οι δυο της γιοι, διαδοχικά. Ο Σταυρινίδης αφηγείται ποια ήταν η ζωή μιας κοπέλας, από την τρυφερή ηλικία των πέντε με δέκα χρόνων κατά την οποία έμπαινε στο χαρέμι μέχρι την ενηλικίωσή της. Κάποιες κοπέλες γίνονταν ευνοούμενες, αλλά μία μόνο είχε την τύχη να γίνει σουλτάνα. Και η Ρεμπιά Γκιουλνούς ήταν ακόμα πιο τυχερή γιατί όχι μόνο την αγάπησε ο σουλτάνος, ο Μεχμέτ ΙV, αλλά του έδωσε και δυο γιους.
Ο Σταυρινίδης υποθέτει πώς ήταν η ζωή της στα πρώτα χρόνια της στο χαρέμι, από ιστορικές πληροφορίες για το πώς ήταν η ζωή των γυναικών εκεί, όμως από τη στιγμή που τα μάτια του σουλτάνου έπεσαν πάνω της έπεσαν πάνω της και άλλα μάτια, που την περιγράφουν και αφηγούνται για τη ζωή της. Ο Σταυρινίδης παραθέτει αρκετά αποσπάσματα, τόσο τούρκων όσο και ξένων που έτυχε να την γνωρίσουν· δηλαδή τι να τη γνωρίσουν, απλά να τη δουν από κοντά και να ακούσουν γι’ αυτήν. Παρακολουθώντας τη ζωή της μέχρι το θάνατό της παρακολουθούμε και την ιστορία της οθωμανικής αυτοκρατορίας τα ύστερα χρόνια του 17ου αιώνα και αρχές του 18ου.
- Ιστορία
Οικόπεδο Πανταχόθεν Ελεύθερο.
Γήσης Παπαγεωργίου€19.00€17.10“Τους Κρητικούς στην Κρήτη δεν τους έβανε ο Θεός ούτε ξεφυτρώσανε απ’ το χώμα όπως το σταμναγκάθι κι οι αβρονιές. Απ’ αλλού ξεκινήσανε κι αλλού πηγαίνανε και πετύχανε στον δρόμο τους την Κρήτη και την εκάτσανε. […] Πιάσανε όλοι μαζί και κοιτάζανε την Κρήτη. Και τότε ανακαλύψανε πως, εκεί που ήτανε φουνταρισμένη στη Μεσόγειο, έμοιαζε με αεροπλανοφόρο. – Τα αεροπλάνα όμως δεν έχουνε εφευρεθεί ακόμα. – Θα ‘ρθει κι η ώρα τους. Διότι, σου λέει ο πάσα ένας ο ενδιαφερόμενος για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου, σιγά μην κάθομαι να περιμένω την εφεύρεση. Ας έχω εγώ το αρμόδιο εργαλείο κι όταν εφευρεθούνε τα ιπτάμενα να ‘χω πού να τα βάλω”. “Στην Ιστορία μπαίνεις, άμα ποτέ σου δοθεί η ευκαιρία, με δυο τρόπους. Ο ένας είναι να μπεις από την πόρτα την καλή, όρθιος, καμαρωτός και να σου βαράνε και παλαμάκια. Ο άλλος είναι να στηθείς όξω από την πόρτα υπηρεσίας, να περιμένεις να σκοτεινιάσει κι όταν θα βγάλουνε τον ντενεκέ με τα σκουπίδια για να τον αδειάσουνε, να σαλτάρεις στον άδειο σκουπιδοντενεκέ κι εκεί να μείνεις. […] Τι να την κάνω τη νίκη σου, ρε κακομοίρη, όταν δε νοιώθεις να βάνεις και μια στάλα μεγαλείο δίπλα της; Η νίκη για να μετρήσει θέλει μεγαλείο. Ψυχής μεγαλείο, βουβό. Όχι καραμούζες, τούμπανα, παράτες και νάιλον στεφάνια. Νίκη χωρίς μεγαλείο είναι έγκλημα”.
- Ιστορία
Η “Οχυρά θέσις Κρήτης”
Βλοντάκης, Σταύρος. Γ.€15.00Χρονικό της γερμανικής κατοχής στα Χανιά απ’ τον Οκτώβρη του 1943 ως το Μάη του 1945 και της αγγλογερμανικής απ’ το Μάη ως τον Ιούλη του 1945.
Σήμερα ελάχιστοι στην Ελλάδα γνωρίζουν πως,όταν αποσύρθηκαν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής το φθινόπωρο του 1944,σημαντική δυναμή τους με βαρύ οπλισό εγκλωβίστηκε στην κρήτη γιατί δεν πρόλαβε να αποχωρήσει, καθώς η ραγδαία προέλαση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια απέκοψε τον μοναδικό δρόμο διαφυγής τους. Παρέμειναν, λοιπον σε ενα σε ενα κομμάτι του βορειου τμήματος των Χανίων -που το ονόμασν “Οχυρά θεσις Κρήτης” -στο οποίο η γερμανική κατοχή κράτησε 7 επιπλέον μήνες ενώ το υπόλοιπο τμήμα του νησιού ελευθερώθηκε. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ιδιόμορφες καταστάσεις ενδιαφέρουσες οχι μόνο για τον ιστορικό αλλά και άνθρωπο που ενδιαφέρεται για τα κοινά και για την ιστορια του τόπου του.
- Ελληνική πεζογραφία
Η Πολιτεία
Παντελής ΠρεβελάκηςΟ Κρητικός, βιβλίο τρίτο€14.71€13.30O Κωσταντής στάθηκε στην ακροχωραφιά, λεύτερος και μοναχός. Το ψήλωμα όπου βρισκόταν έβανε αποκάτω του τη βρύση του χωριού και την πλατεία όπου συνηθούσαν ναποσπερίζουν οι χωριάτες. Δυο-τρία κληματόδεντρα ισκιώνανε τον τόπο, κ’ είχαν κρεμασμένα από τις κλάρες τους κάτι θεόρατα τσαμπιά, που θέλαν ακόμα καιρό για να μαυρίσουν. Οι πέτρες και τα ξερόχορτα στους φράχτες σταλάζανε το μάλαμα του απόβραδου.