Θρησκεία, ρομαντισμός,ουτοπία
€8.50 €7.60
Η πολύχρονη ενασχόληση του Michael Lowy με τον Ρομαντισμό και την Ουτοπία από μια νεομαρξιστική σκοπιά έχει στόχο της να υφαρπάξει, και έτσι να διασώσει, τον Μαρξισμό μεταφέροντάς τον από την έρημη χώρα της «ψυχρής ιδεολογίας», στα εύκρατα κλίματα ενός νέου επαναστατικού ουμανισμού.
Η μεταφορά γίνεται ασφαλέστερα με την καθοριστική παρεμβολή μεταξύ Ρομαντισμού και επαναστατικής Ουτοπίας ενός τρίτου συντελεστή: της «θρησκευτικότητας». Το θρησκευτικό στοιχείο μετέχει, μέσω του μαρξισμού, του επαναστατικού στοιχείου, ενώ το ουτοπικό στοιχείο μετέχει, μέσω της χιλιαστικής επαγγελίας, του θρησκευτικού. Από την άλλη μεριά, ο Ρομαντισμός ως κίνημα καθολικής άρνησης του παρόντος -ένα κίνημα-Ιανός με τη μία όψη στραμμένη χιλιαστικά προς το μέλλον και με την άλλη στραμμένη νοσταλγικά στο παρελθόν- περιέχει και τα δύο στοιχεία.
Στο πρώτο κείμενο του ανά χείρας δοκιμιακού του εγχειρήματος, ο Lowy εστιάζει το ενδιαφέρον του στην πολιτική θεολογία, όπως αυτή εκδηλώθηκε στους κοινωνικο-απελευθερωτικούς αγώνες ως Θεολογία της Απελευθέρωσης, προκαλώντας σύγχυση στην παραδοσιακή μαρξιστική αντιδιαστολή μεταξύ επαναστατικών λαϊκών κινημάτων και οπισθοδρομικής θρησκευτικής ιδεολογίας. Πράγματι, η Θεολογία της Απελευθέρωσης, γεννημένη κυρίως στη Λατινική Αμερική ως ριζοσπαστικό, επαναστατικό κίνημα, απαιτεί μιαν επανανάγνωση θεμελιωδών μαρξικών και βεμπεριανών αρχών, κατά τρόπον ώστε να αναζητηθούν οι προϋποθέσεις και οι θεωρητικές βλέψεις που καθιστούν δυνατή μια κοινωνιολογία της κουλτούρας μέσα στα πλαίσια των αρχών της πολιτικής θεολογίας […].
Στο δεύτερο κείμενό του, ο Lowy αναλύει τον αντικαπιταλιστικό Ρομαντισμό ως την εξέχουσα τάση του πολύμορφου ρομαντικού κινήματος, ως μια απόπειρα πρότασης μιας καινούργιας αντίληψης για τον Ρομαντισμό, σε αντιδιαστολή με τις ακαδημαϊκές έρευνες, οι οποίες θεμελιώνονται στην προϋπόθεση ότι ο Ρομαντισμός είναι απλώς ένα λογοτεχνικό κίνημα των αρχών του 19ου αιώνα. Η μελέτη του Lowy συγκροτεί μιαν εξαιρετικά οξυδερκή συμβολή, τονίζοντας εμφατικά τη βαθύτατη σχέση ενός αυθεντικού αντικαπιταλιστικού Ρομαντισμού με τα κοινωνικοπολιτικά συμφραζόμενα του 19ου αιώνα, αναδεικνύοντας τον εξεγερσιακό χαρακτήρα του ρομαντικού κοσμοειδώλου, αλλά και την αυθεντικότητα των ρομαντικών πολιτικών και κοινωνικών ιδεών […].
«Η δημιουργική ανάπτυξη του μαρξισμού», επισημαίνει ο Lowy στο τρίτο κείμενο του ανά χείρας δοκιμιακού του εγχειρήματος, «και η υπέρβαση της τρέχουσας “κρίσης” του απαιτεί την επανεγκατάσταση της ουτοπικής διάστασής του». Ο Lowy τονίζει την ανάγκη ενός επαναπροσδιορισμού των μαρξικών προταγμάτων πάνω στη βάση της ουτοπικής πρόσβλεψης, όπως αυτή προτάθηκε και αναλύθηκε κυρίως από τον Ερνστ Μπλοχ στο έργο του «Η Αρχή της Ελπίδας», η οποία «ενοικεί στους αγώνες, στα όνειρα και στις επιθυμίες εκατομμυρίων θυμάτων της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης» που δημιουργεί ο ύστερος καπιταλισμός, ως τελευταίο στάδιο της νεωτερικότητας, καθώς και οι σύγχρονες μετακαπιταλιστικές γραφειοκρατικές κοινωνίες. […] (Από τον πρόλογο του Στέφανου Ροζάνη)
Περιεχόμενα
Διαθεσιμότητα: Διαθέσιμο κατόπιν παραγγελίας
Σχετικά προϊόντα
- Κλασική Γραμματεία
Τα όρια του αγαθού και του κακού-De finibus bonorum et malorum
Κικέρων€20.00€18.00Τὸ De finibus bonorum et malorum γράφτηκε μέσα σὲ λίγους μῆνες καὶ ὁλοκληρώθηκε τὸν Ἰούνιο τοῦ 45 π.Χ., ὅταν ὁ Κικέρων ἦταν 61 ἐτῶν. Θέμα τοῦ ἔργου ἀποτελεῖ μιὰ ἐκδοχὴ τοῦ σωκρατικοῦ ζητήματος «πῶς πρέπει νὰ ζοῦμε». Κεντρικὸ εἶναι τὸ ἐρώτημα ποιὸ θεωρεῖται τὸ μεγαλύτερο ἀγαθὸ (finis bonorum, summum bonum) ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἐπιδιώκουμε καὶ ποιὸ τὸ μεγαλύτερο κακὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε (finis malorum, summum malum). Οἱ ἀπαντήσεις δίνονται σὲ τρεῖς διαλόγους ἑνωμένους μεταξύ τους, στοὺς ὁποίους παρουσιάζονται κριτικὰ οἱ ἠθικὲς θεωρίες τοῦ Ἐπίκουρου (βιβλία I–II), τῶν στωικῶν (III–IV) καὶ τοῦ πλατωνικοῦ Ἀντίοχου (V). Συνεκτικὸ στοιχεῖο εἶναι ἡ σκεπτικιστικὴ μέθοδος τοῦ Κικέρωνα, ὁ ὁποῖος δηλώνει ὅτι ἐμπνέεται ἀπὸ τὸν Σωκράτη καὶ τὴ σκεπτικὴ Ἀκαδημία (τοῦ Ἀρκεσίλαου καὶ τοῦ Καρνεάδη). Τὸ ἔργο φιλοξενεῖ ἔτσι ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐξεταζόμενες ἠθικὲς θεωρίες καὶ αὐτὴ τῆς σκεπτικῆς Ἀκαδημίας, ὅπως τὴν ἀντιλαμβανόταν ὁ Κικέρων. Ἡ συγκεκριμένη στάση ἀποτυπώνεται στὴ διαλογικὴ μορφὴ τοῦ ἔργου, στὴν ἐξέταση τῆς πειστικότητας τῶν ἠθικῶν θεωριῶν (ἔλεγχος) καὶ στὸ ἀπορητικὸ τέλος του. Τὸ De finibus συγκαταλέγεται στὰ πολυτιμότερα κείμενα τῆς ἀρχαίας ἠθικῆς φιλοσοφίας ὄχι μόνο ὡς βασικὴ πηγὴ τῶν ἑλληνιστικῶν ἠθικῶν θεωριῶν ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἐνδελεχὴ διερεύνηση τῶν ἠθικῶν ἐρωτημάτων καὶ τῶν δυνατῶν ἀπαντήσεων, ἡ ὁποία ἐμπλέκει τὸν ἀναγνώστη μὲ τρόπο ἀνάλογο τῶν σωκρατικῶν διαλόγων.
- Εγκυκλοπαιδικό
Παγκόσμιον λεξικόν των έργων – Πλήρης
EncyclopediaΕπιστήμης - Τέχνης - Φιλοσοφίας€100.006 τόμοι – Πλήρης
ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ: Καλή
- Φιλοσοφία
Η “Δεσμίδα Ν” της εργασίας περί στοών
Walter BenjaminΓνωσιοθεωρητικά ,θεωρία της προόδου€13.00€11.70Η Εργασία περί στοών (Das Passagen-Werk) υπήρξε το magnum opus του Γερμανοεβραίου φιλόσοφου Βάλτερ Μπένγιαμιν. Με τη μεθοδική παράθεση πολυάριθμων αποσπασμάτων από διάφορους συγγραφείς αλλά και δικών του αφοριστικών σχολιασμών, επιδίωκε να συγκροτήσει ένα καλειδοσκόπιο, μέσα από το οποίο ο αναγνώστης θα “τηλεσκόπευε” ένα υπέρπυκνο σημείο του παρελθόντος, το Παρίσι του 19ου αιώνα. Συλλαμβάνοντας την ιδέα ότι το αστικό τοπίο αυτής της πρότυπης μεγαλούπολης μπορεί να ιδωθεί ως μήτρα των χαρακτηριστικότερων φαινομένων του ακμαίου καπιταλισμού, ο Μπένγιαμιν αναγνώρισε στις εμπορικές στοές, στις σκεπαστές διαβάσεις, την εμβληματική μεταφορά γύρω από την οποία θα οργανωνόταν το υλικό της σχεδιαζόμενης εργασίας. Ένα έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο.
Στην καρδιά της Εργασίας περί στοών ξεχωρίζει μια θεωρητική νησίδα, η Δεσμίδα Ν, με τίτλο “Γνωσιοθεωρητικά, Θεωρία της προόδου”. Στην ενότητα αυτή, ο Μπένγιαμιν προτείνει μια ρηξικέλευθη ιστορικο-υλιστική αντίληψη για την κατανόηση του παρελθόντος. Όπως υποστηρίζει, “ο ιστορικός υλισμός πρέπει να απαρνηθεί το επικό στοιχείο της ιστορίας. Ανατινάζει την εποχή έξω από την πραγμοειδή “συνέχεια της ιστορίας”. Αλλά επίσης ανατινάζει την ομοιογένεια της εποχής. Τη γεμίζει με εκρηκτική ύλη, δηλαδή με παρόν”.
Στη Δεσμίδα Ν περιλαμβάνεται επίσης ένα σύνολο καταχωρίσεων που ιχνηλατούν την αποκρυστάλλωση της αντίληψης περί αυτόματης προόδου ως τελεολογικού δόγματος κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Πρόθεση του συγγραφέα ήταν η καταγραφή της πρωτο-ιστορίας (Urgeschichte) της συγκεκριμένης κανονιστικής ιδέας, η οποία εμπεδώθηκε παράλληλα με την αυξανόμενη κυριαρχία της αστικής τάξης.